Σε όλες τις περιόδους υπήρξε στέκι των πρωταγωνιστών της ιστορίας αλλά και μετά ως Ντορέ – Ζύθος συνέχισε να φιλοξενεί προσωπικότητες από όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής.
Icons, Οκτώβριος 2006
Η πάλαι πότε μνημειώδης καφετέρια σε νέες περιπέτειες. Έχει γίνει μπυραρία και εξακολουθεί να έχει την καλύτερη θέα προς τον Λευκό Πύργο
Passport, Οκτώβριος 2006
Συνδυάστε την παρακολούθηση ταινιών με τα κλασικά φεστιβαλικά στέκια: το ιστορικό «Ντορέ-Ζύθο» με θέα τον Λευκό Πύργο και ειδικό σινεμενού
ΒημαDonna, Οκτώβριος 2006
Cult συνήθεια κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, διαχρονικό στέκι καλλιτεχνών και έμφαση στην παράδοση, κυριαρχούν στο προφίλ του Ζύθου, που ευτυχώς δεν αλλάζει πότε. Είτε απέναντι από το Λευκό Πύργο (Ντορέ), είτε στα Λαδάδικα αποτελεί εγγύηση. Γιατί είναι καλό να βασίζεσαι σε μερικά σταθερά πράγματα…
ΕυΖην, Σεπτέμβριος 2006
Για ελαφριά και πεντανόστιμη πάστα, ψηφίζω λιγκουίνι αλ μάρε στο αγαπημένο μου εστιατόριο Ντορέ Ζύθος. Με αφροδισιακά θαλασσινά και λάιτ σαλτσούλα, ένα ιδανικό πιάτο για μεσημεριανό μπρέικ με τις κολλητές!
WinePlus, Εύη Καλλίνη, Φεβρουάριος 2005
«Θυμάμαι, ήμουν ακόμη συντακτάκι τότε, είχε ανοίξει απέναντι από τα αρχαία και το είχε ένας Εβραιοϊταλός, ο Μορατόρι. Στην επιχείρηση βέβαια ήταν από τότε και ο Τάκης ο Ξεφτέρης, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που μετέπειτα άνοιξε το γνωστό Ντορέ στην Πλατεία Τσιρογιάννη», λέει ο κ. Νικόλαος Βουργουντζής, γνωστός δημοσιογράφος και λάτρης του Καφέ Ντορέ, ο οποίος μοιράζεται με το «Ζω» τις αναμνήσεις του.
Ο κόσμος που μαζευόταν στην αρχή ήταν αναμεμειγμένος. Πήγαιναν οικογένειες, ζευγάρια, μεγάλοι και μικροί. Το καλοκαίρι υπήρχαν τραπεζάκια έξω, όπου μαζευόταν πολύς κόσμος και δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα που ζέσταινε όλη την περιοχή. Όταν άρχισαν τα φεστιβάλ κινηματογράφου και τραγουδιού το σκηνικό άρχισε να αλλάζει. Θεατράνθρωποι, καλλιτέχνες, τραγουδιστές, στιχουργοί, συνθέτες επισκέπτονταν το Ντορέ και περνούσαν ατελείωτες ώρες εκεί. «Γινόταν ένα απίστευτο πανηγύρι εκείνες τις ημέρες των φεστιβάλ: συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδιστές καθόντουσαν στα τραπέζια και κάνανε πρόβες, γελούσαν, τσακωνόντουσαν και εμείς το απολαμβάναμε. Ζούσαμε ένα πανηγύρι που είχε πληρότητα και που σίγουρα δεν θα το ξαναδούμε», λέει ο κ. Βουργουντζής. Οι δημοσιογράφοι που υπήρχαν εκείνη την εποχή ήταν λίγοι και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και ήταν κάτι παραπάνω από φίλοι. «Πηγαίναμε στο Ντορέ αφού τελειώναμε αργά από τις εφημερίδες, καθόμασταν σε ένα τραπέζι, ο μαέστρος με τις τραγουδίστριες έκαναν πρόβες και εμείς πιάναμε μια γωνιά και γράφαμε επιθεωρήσεις», θυμάται ο κ. Βουργουντζής.
Όταν τα φεστιβάλ τελείωναν και ερχόταν ο χειμώνας, στο Ντορέ πήγαιναν οι πιστοί του πελάτες, που ήταν αρκετοί. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και κάποιοι νυχτόβιοι. «Υπήρχαν και οι τρελοί – με την καλή έννοια το λέω – που έρχονταν και εμείς διασκεδάζαμε χωρίς όμως να τους χλευάζουμε ή να τους κοροϊδεύουμε. Ήταν ο Γιώργος ο Σιδερωμένος και ο Διαμαντής, που ήταν και οι δυο τους χαριτωμένοι. Τους δίναμε λεφτά και εκείνοι έκαναν ό,τι τους ζητούσαμε. Για παράδειγμα τους βάζαμε να μας ψέλνουν. Επίσης, ήταν ακόμη ένας, από καλή οικογένεια, καλοντυμένος και είχε επάνω του τσιγάρα και σπίρτα, τα οποία και πουλούσε. Κάναμε αστεία, που όμως δεν είχαν κακία μέσα», τονίζει ο κ. Βουργουντζής.
Το Ντορέ τότε δούλευε όλη μέρα μέχρι αργά το βράδυ. Ο κ. Ξεφτέρης, ο ιδιοκτήτης, ήξερε τη μισή Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα το μαγαζί να είναι συνεχώς γεμάτο. Γίνονταν συζητήσεις μέχρι πρωίας, φωνές, τραγούδια, που ξεσήκωναν τη γειτονιά. Τότε η Θεσσαλονίκη ήταν μια γειτονιά. «Θυμάμαι με συγκίνηση εκείνα τα χρόνια, υπήρχε ένα κλίμα που δεν μπορώ να το περιγράψω. Το Ντορέ ήταν ένα κέντρο πληροφοριών αλλά και κουτσομπολιών, με μεγάλη ομορφιά και αίγλη», σημειώνει ο κ. Βουργουντζής.
Η κάμψη άρχισε το 1980, τότε που άνοιξε ο Τούτης και άλλα πιο μοντέρνα μαγαζιά στην πλατεία Αριστοτέλους και γενικά άρχισε ο ανταγωνισμός. Οι παλιοί θαμώνες του μαγαζιού που είχαν περισσότερο καρδιά και όχι σίδερο, άρχισαν να «φεύγουν».
Τα Νέα, Οκτώβριος 2004